
Είναι σίγουρα υπερβολικό να θεωρήσει κανείς ότι το νομοσχέδιο για τα εργασιακά που εξήγγειλε η Υπουργός Εργασίας έρχεται ως κεραυνός εν αιθρία να ταράξει ένα «ήρεμο» εργασιακό περιβάλλον.
Αντίθετα πρόκειται για συνέχεια της πολιτικής για τον εργάσιμο χρόνο που κρατάει από τη δεκαετία του 1990 όταν καθιερώθηκε η μερική απασχόληση, η διευθέτηση του χρόνου εργασίας, με την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού της εποχής και τις δεσμεύσεις της Λευκής Βίβλου. Τότε τα επιχειρήματα των κυβερνήσεων ήταν η «διευκόλυνση» κατηγοριών εργαζομένων όπως οι μητέρες εργαζόμενες ή οι φοιτητές που προτιμούσαν να εργάζονται λιγότερες ώρες από το 8ωρο.
Στις μέρες μας το χτύπημα στην 8ωρη σταθερή εργασία κινείται στην αντίστροφη κατεύθυνση. Όχι στην συρρίκνωση αλλά στην επέκταση του εργάσιμου χρόνου με τη μικρότερη δυνατή (ή και καθόλου) αποζημίωση.
Το θέμα είναι να δούμε συνδυαστικά το ζήτημα των μισθών με το ωράριο.
Το 2021 επί Υπουργίας Χατζηδάκη με τον νόμο 4808/21 δόθηκε -μεταξύ άλλων – η δυνατότητα στους Εργοδότες να προχωρούν σε απευθείας συμφωνία με τους εργαζόμενους για διευθέτηση του χρόνου εργασίας, δηλαδή για την μη-καταβολή αμοιβής της υπερωριακής απασχόλησης. Ήταν ένα εμβληματικό νομοσχέδιο δημιουργίας εκατοντάδων ωρών απλήρωτης εργασίας.
Σε συνέχεια του πνεύματος του νόμου Χατζηδάκη ο νόμος 5053/23 επί Υπουργίας Γεωργιάδη νομιμοποιεί – μεταξύ άλλων – την 6η ημέρα εργασίας με μονομερή απόφαση του Εργοδότη για όσους εργάζονται πενθήμερο με αποζημίωση 40% επί του ημερομίσθιου (όσο δηλαδή η απλή υπερωρία).
Στις μέρες μας η Υπουργός Εργασίας Κεραμέως προσθέτει το όνομα της στη λίστα των υπουργών «διεύρυνσης του χρόνου εργασίας με τη μικρότερη δυνατή αποζημίωση» νομιμοποιώντας -μεταξύ άλλων – την δυνατότητα για 13 ώρες εργασίας ημερησίως στον ίδιο εργοδότη.
Κάνουμε την απαραίτητη διευκρίνηση είναι ότι ο χαρακτηρισμός του «νόμιμου» ή «παράνομου» αφορά τη διαφοροποίηση του τρόπου αποζημίωσης.
Σήμερα με βάση τη νομοθεσία ισχύει ότι η 9η ώρα εργασίας (υπερεργασία) αμείβεται με 20% προσαύξηση επί του ωρομίσθιου, οι 10η ως 12η ώρα με 40% προσαύξηση (νόμιμη υπερωρία) και από τη 13η ώρα και μετά με 120% προσαύξηση (παράνομη υπερωρία).
Επομένως εκείνο που αλλάζει – αν εφαρμοστεί η ρύθμιση Κεραμέως – είναι ότι η αμοιβή της 13ης ώρας (δηλαδή η 5η ώρα μετά το 8ωρο) θα θεωρείται νόμιμη υπερωρία δηλαδή θα αποζημιώνεται με 40% προσαύξηση, ενώ σήμερα θεωρούμενη ως παράνομη υπερωρία πρέπει να αμείβεται με προσαύξηση 120% επί του ωρομίσθιου.
Ανακεφαλαιώνοντας:
Η Κυβερνητική πολιτική επιχειρεί να συνδυάσει 3 παράμετρούς. Την διεύρυνση του ημερήσιου χρόνου εργασίας, με την μικρότερη δυνατή (ή και καθόλου) αποζημίωση και ταυτόχρονα με τον περιορισμό της δυνατότητα άρνησης του εργαζόμενου.
Είναι ξεκάθαρο ότι το βασικό πρόβλημα που επιχειρεί να λύσει η Κυβέρνηση προς όφελος των Εργοδοτών είναι: «Να βγαίνει η δουλειά με το ελάχιστο προσωπικό, με το ελάχιστο κόστος.»
Η λογική είναι απλή: Για να αντιμετωπιστεί η έλλειψη προσωπικού που παρατηρείται στους περισσότερους (αν όχι σε όλους) τους Κλάδους λόγω των καθηλωμένων μισθών η Κυβέρνηση αντί να δημιουργήσει προϋποθέσεις για αυξήσεις μισθών (Συλλογικές Συμβάσεις, ΟΜΕΔ κλπ) ώστε να παραμένουν οι εργαζόμενοι στις δουλειές κάνει το εντελώς ανάποδο.
Προσφέρει στην Εργοδοσία την δυνατότητα διεύρυνσης του ημερήσιου χρόνου εργασίας (για να βγαίνει η δουλειά χωρίς προσλήψεις) ενώ διευθετώντας τον χρόνο εργασίας (ρεπό ή ώρες ανάπαυσης έναντι αμοιβής) και μειώνοντας την αποζημίωση υπερωριακής απασχόλησης προσφέρει παράλληλα τη δυνατότητα η επιπλέον εργασία να αμείβεται ελάχιστα ή να μην αμείβεται καθόλου. Με έναν σμπάρο δυο τρυγόνια.
Όσον αφορά άλλες ρυθμίσεις που εξήγγειλε η Υπουργός αναφέρουμε:
== > Την υλοποίηση της διαδικασίας ταχείας πρόσληψης (fast-track) για εργασία 2 έως ημερών. Μια ρύθμιση που δημιουργεί μια κατηγορία εργαζομένων χωρίς σταθερή σχέση εργασίας αλλά σε διαρκή ετοιμότητα, που θα προσλαμβάνεται για την κάλυψη έκτακτων αναγκών σε περιόδους (ακόμα και 2 ημερών) φόρτου εργασίας, θα διακόπτει τη σχέση εργασίας, θα ξανά- προσλαμβάνεται και πάει λέγοντας.
== > Την κατανομή της ετήσιας άδειας αναψυχής σε μικρά χρονικά διαστήματα αντί του ενιαίου ελάχιστου 10ήμερου που ισχύει για την περίοδο από 1/5 έως 30/9. Άλλη μια καινοτομία που δίνει την ελευθερία στον Εργοδότη να διαχειρίζεται προς όφελος των αναγκών της επιχείρησης τον χρόνο εργασίας μέσω του τρόπου και της χρονικής περιόδου που θα παίρνει ο εργαζόμενος την άδεια του.
== >Την επέκταση της απαλλαγής των επιχειρηματιών από ασφαλιστικές εισφορές για προσαυξήσεις, που προβλέπονται από Συλλογικές συμβάσεις (όσες υπάρχουν), ακόμη και για προσαυξήσεις, που χορηγούνται από οικειοθελείς παροχές. Η αλήθεια είναι ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν αφορά το χρόνο εργασίας αλλά προσφέρει ακόμα μια διευκόλυνση στην Εργοδοσία για μείωση του κόστους εργασίας. Πρόκειται για ρύθμιση που δεν έχει άμεση επίπτωση στους εργαζόμενους αλλά έχει άμεση επίπτωση στα ασφαλιστικά ταμεία και φυσικά η έκπτωση που γίνεται στους επιχειρηματίες δεν πρόκειται να γυρίσει στους εργαζόμενους.
Η σαθρή Κυβερνητική επιχειρηματολογία
Οι δύο βασικοί και διαχρονικοί άξονες της Κυβερνητικής επιχειρηματολογίας για τον εργάσιμο χρόνο είναι:
== > Πρώτον η εφαρμογή των ρυθμίσεων προϋποθέτει τη «σύμφωνη γνώμη του εργαζόμενου»
== > Δεύτερον ότι έτσι κι αλλιώς γίνονται στην πράξη αυτά που νομοθετεί η Κυβέρνηση.
Με την Κυβερνητική προπαγάνδα να απογειώνεται η συζήτηση αναγκαστικά περιστρέφεται γύρω από τα ΑΥΤΟΝΟΗΤΑ.
Δεν υπάρχει νοήμων άνθρωπος να ισχυριστεί ότι η σχέση Εργοδότη -Εργαζόμενου είναι ισότιμη ώστε να αποκτά περιεχόμενο η έννοια της «σύμφωνης γνώμης» (ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ 1).
Ο εργαζόμενος που «επιλέγει» να εργάζεται σε 2 δουλειές το κάνει για να έχει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης λόγω των χαμηλών μισθών και των αυξημένων αναγκών, γιατί δεν καλύπτονται οι ανάγκες από μία εργασία. (ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ 2).
Ο εργαζόμενος που «επιλέγει» να μην πληρωθεί υπερωρίες και η επιπλέον εργασία να του «καταβληθεί» σε ώρες κάνει τη συγκεκριμένη «επιλογή» είτε γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς – συνήθως δεν τον ρωτάνε καν -(ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ 3) είτε γιατί είναι πολύ χαμηλή η αμοιβή μισθού επομένως και υπερωρίας (ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ 4).
Το πιο ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ από όλα που επιμελώς η Κυβερνητική προπαγάνδα αποκρύπτει είναι οι πολλαπλές επιπτώσεις της υπέρ- εξάντλησης, της υπέρ- εντατικοποίησης αρχικά στον ίδιο τον εργαζόμενο (εκθετική αύξηση των εργατικών ατυχημάτων) αλλά και στο αποτέλεσμα της εργασίας (τα τελευταία 2 περιστατικά το πρώτο στο Τζάνειο και το δεύτερο με τη σύγκρουση των αστικών λεωφορείων είναι αποκαλυπτικά των επιπτώσεων της αδιάκοπης εργασίας)
Όσον αφορά το επιχείρημα – που ακούστηκε ιδιαίτερα επί Υπουργίας Γεωργιάδη – ότι έτσι κι αλλιώς αυτά που νομοθετούνται εφαρμόζονται άτυπα στην πράξη (π.χ. 13ωρα, απλήρωτες υπερωρίες) πρόκειται για άθλιο εμπαιγμό των εργαζομένων και παραδοχή της πρόθεσης να παγιωθεί και θεσμικά η πλήρης απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων στο όνομα μιας πραγματικότητας που έχει διαμορφωθεί ακριβώς από τις πολιτικές απορρύθμισης.
Αποτελεί κυριολεκτικά κατάντια της Κυβερνητικής πολιτικής να ομολογεί ότι θεσμοθετεί την αυθαιρεσία, την απλήρωτη εργασία, την εξαντλητική εργασία στο όνομα του «έτσι κι αλλιώς συμβαίνει» σαν να πρόκειται για φυσικό φαινόμενο.
Η αλήθεια είναι ότι όλα όσα περιγράφονται παραπάνω νομοθετούνται στο έδαφος της Κυβερνητικής προσπάθειας να αντιστοιχηθούν οι εργασιακές σχέσεις με τις ανάγκες της αποβιομηχανοποιημένης και πλήρως τουριστικοποιημένης οικονομίας. Μιας οικονομίας που έχει ανάγκη από χαμηλά αμειβόμενη εργασία, χωρίς σταθερά ωράρια, σε μεγάλο βαθμό εποχιακή. Μιας οικονομίας που έχει αιχμή του δόρατος τον ανεξέλεγκτο τουρισμό, το real-estate και το Airbnb. Μιας οικονομίας που επενδύει στην ένταση και όχι στην παραγωγικότητα της εργασίας.
Το μεγάλο ερώτημα παραμένει. Μπορεί το συνδικαλιστικό κίνημα να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων ?
Πέρα από τις κυβερνητικές επιδιώξεις το μεγάλο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί στην πράξη είναι εάν το εργατικό κίνημα μπορεί να σηκώσει ανάστημα και να αντιπαραταχθεί με αυτές τις επιδιώξεις.
Η μεγάλη συμμετοχή των εργαζομένων στις κινητοποιήσεις για τον νόμο Χατζηδάκη το 2021 έδειξε την δυνατότητα ο κόσμος της μισθωτής εργασίας να διεκδικήσει με όρους κατάκτησης τα δικαιώματα του.
Παράλληλα αποκαλύφθηκε η αδυναμία των συνδικαλιστικών ηγεσιών που σε πολλές περιπτώσεις αποπροσανατόλισαν από την ουσία του νομοσχεδίου, δεν απέφυγαν γενικολογίες και αοριστίες ενώ κινήθηκαν στην διχαστική γραμμή των πολλαπλών συγκεντρώσεων σε διαφορετικές ώρες και τόπους.
Εκείνο που χρειάζεται άμεσα είναι το συνδικαλιστικό κίνημα να κινηθεί με σχέδιο για τα εργασιακά και σαφή στόχο:
«Από μία 8ωρη εργασία: Μισθός που να καλύπτει τις ανάγκες αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης»
Μέσα από αυτή τη διαδικασία να διαμορφωθούν συγκεκριμένα και υλοποιήσιμα αιτήματα με μετρήσιμα αποτελέσματα. Νασυνδεθεί η ανάγκη αύξησης του μισθού με την ανάγκη σταθερού χρόνου εργασίας.
Το συνδικαλιστικό κίνημα να κινηθεί ενιαία και μετωπικά, να μην εξαντλείται σε βαρύγδουπες εξαγγελίες και ακατάσχετη συνθηματολογία που δεν προσφέρουν τίποτα, προκειμένου τουλάχιστον σε πρώτη φάση να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το νομοσχέδιο Κεραμέως.
Αναδημοσιευμένο Άρθρο του Προέδρου του Σωματείου Δημήτρη Αλεξόπουλου από anasygkrotisikk.gr/
